Η υιοθέτηση γλώσσας (language adoption) είναι η διαδικασία όπου μια κοινότητα, ένας οργανισμός ή μια πλατφόρμα αρχίζει να χρησιμοποιεί μια νέα γλώσσα ή αλλαγές στη χρήση της γλώσσας. Δεν σημαίνει μόνο ότι μαθαίνεις και καταλαβαίνεις μια γλώσσα, αλλά και ότι την εντάσσεις στην καθημερινή επικοινωνία, τις διαδικασίες και τα συστήματα.
Στις επιχειρήσεις και την τεχνολογία, η υιοθέτηση γλώσσας είναι απαραίτητη για προσβασιμότητα και συμπερίληψη. Για παράδειγμα, όταν μια εταιρεία επεκτείνεται σε νέες περιοχές, μπορεί να υιοθετήσει τις τοπικές γλώσσες για να συνδεθεί καλύτερα με τους πελάτες. Στην τεχνολογία, μια νέα γλώσσα προγραμματισμού ή πλατφόρμα μπορεί να βελτιώσει την ανάπτυξη προϊόντων και την καινοτομία. Η υιοθέτηση γλώσσας σε βοηθά να φτάσεις σε περισσότερο κοινό, να επικοινωνείς καλύτερα και να επεκταθείς πιο αποτελεσματικά διεθνώς ή να ενοποιήσεις καλύτερα τα συστήματά σου.